Καλώς ήλθατε στην κατάληψη.org

Μήπως κάτι δεν σας πάει καλά με τις καταλήψεις στα πανεπιστήμια; Σ” αυτό το site θα μάθετε ακριβώς τι. Θα μάθετε ότι οι καταλήψεις, είτε γίνονται από φοιτητές είτε από εξωπανεπιστημιακούς, είναι αντίθετες και στο νόμο και στην ηθική. Θα καταλάβετε τι είναι άσυλο, γιατί δεν λειτουργεί σωστά, γιατί οι καταλήψεις το προσβάλλουν, και γιατί κινδυνεύει. Θα καταλάβετε ότι δεν υπάρχουν φοιτητικοί σύλλογοι, και πώς θα ήταν αν υπήρχαν. Θα δείτε ότι δεν έχει νόημα να τα βάζετε με τους καταληψίες, και θα μάθετε ποιοι είναι οι πραγματικοί υπεύθυνοι. Και θα πάρετε ιδέες για το πώς μπορείτε να αντιμετωπίσετε την κατάσταση.

Ξεκινήστε την ανάγνωση από το άσυλο.

Γράμμα στον Αλέξη

Το παρακάτω κείμενο το έγραψα στο τέλος του 1997, αλλά ούτε το είχα δημοσιεύσει τότε ούτε το είχα δείξει στον Τσίπρα. Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο το έγραψα, αλλά από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι εκείνο τον καιρό οι φοιτητές της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ έκαναν κατάληψη, στην οποία πρωτοστατούσε ο Τσίπρας.

Τον Ιούνιο του 2001 το δημοσίευσα στις ιστοσελίδες μου με αλλαγμένο το όνομα του αποδέκτη. Δεν θυμάμαι γιατί ακριβώς άλλαξα το όνομά του. Το πιθανότερο είναι πως, μην έχοντας νέα του, υπέθεσα ότι, όπως πολλοί συνδικαλιστές συμφοιτητές μου, θα είχε περάσει τώρα τη φοιτητοσυνδικαλιστική φάση, και δεν υπήρχε λόγος να διακινδυνεύσω να προσβάλω το όνομα κάποιου ανθρώπου, ούτως ή άλλως μάλλον άγνωστου στον αναγνώστη, επειδή μπορεί να είχε αόριστα κάνει κάποιες αμαρτίες της νιότης.

Παρόλο που δεν το θεωρούσα ιδιαίτερα αξιόλογο κείμενο (και σήμερα διαφωνώ με ορισμένα από αυτά που έχω γράψει) και το είχα θαμμένο κάπου στις ιστοσελίδες μου, εντούτοις όλο και κάποιος το ξέθαβε. Το ενδιαφέρον γι” αυτό παρέμενε μεν χαμηλό αλλά πάντα ζωντανό. Έτσι σήμερα το ξαναδημοσιεύω στην αρχική του μορφή. Για τα πρακτικά: Η γνωστή κατάληψη επί δικτατορίας έγινε το 1973, και όχι το 1974, όπως λανθασμένα αναφέρω.

Επίσης, το καταστατικό του Συλλόγου Φοιτητών Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ, «που δεν υπήρξε ποτέ», τελικά υπήρξε, όπως μαθαίνω από το Δημήτρη Κουτσογιάννη, που ήταν φοιτητής το 1975, τότε που καταρτίστηκε το καταστατικό. Πληροφορούμαι ότι είχε ξοδευτεί πολύς κόπος και χρόνος για την κατάρτιση και την ψήφισή του, και πως ήταν καλό. Δυστυχώς φαίνεται ότι παρέλειψαν να το καταθέσουν στο Πρωτοδικείο (είχα ψάξει επί ώρες το 1990 στα αρχεία του Πρωτοδικείου και είχα καταλήξει στο ότι δεν υπάρχει), κι έτσι αφενός δεν είχε καμιά εγκυρότητα, αφετέρου με το χρόνο απωλέσθη. Όταν εγώ ήμουν φοιτητής (1988-1994), είχε μείνει μόνο η ανάμνησή του (το ανέφεραν οι συνδικαλιστές στις συνελεύσεις), αλλά ως τον καιρό που τέλειωνα τις σπουδές μου είχαν χαθεί εντελώς τα ίχνη του.

Το 2011, ένας φοιτητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ ανακάλυψε ένα παλαιότερο καταστατικό. Αυτό το παλιό χουντικό καταστατικό, αν και νομικά μπορεί να είναι το ισχύον, δεν πρέπει να είναι το ίδιο με το χαμένο καταστατικό που θυμάται ο Κουτσογιάννης.


Αγαπητέ Αλέξη,

Ξεφυλλίζω ένα παλιό περιοδικό. Το TIME της 13ης Μαρτίου 1989. Κοντεύουν δέκα χρόνια. Βλέπω τα άρθρα για την πληροφορική, και μου φαίνεται πως ο κόσμος δεν έχει αλλάξει πολύ από τότε. Ήδη είχε αρχίσει να αναπτύσσεται το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Ήδη οι μεγάλες τηλεπικοινωνιακές εταιρείες προωθούσαν το ISDN. Εκείνο που μου φαίνεται πως άλλαξε είναι το ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Στο εξώφυλλο βλέπω τον Κοσκωτά πίσω από σίδερα. Στις πρώτες σελίδες βλέπω φωτογραφίες της Δήμητρας Λιάνη, του Μένιου Κουτσόγιωργα, της Μαργαρίτας Παπανδρέου και της ομάδας του Ολυμπιακού.

Κατηγορίες για κατάχρηση, πλαστογραφία, δωροδοκία και πληρωμές εκατομμυρίων δολαρίων έχουν σαρώσει τη χώρα με το «σκάνδαλο Κοσκωτά», το χειρότερο οικονομικό και πολιτικό βάλτο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Καθώς εξετάζονται οι μάρτυρες, εμφανίζεται ένα ενοχλητικό ερώτημα: είχε ο πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, γνώση της κατάστασης; Σε έξι μεγάλες συνεντεύξεις του, όντας φυλακισμένος σε αμερικανική φυλακή, ο φυγάς τραπεζίτης Γεώργιος Κοσκωτάς περιγράφει μια κυβέρνηση βουτηγμένη στο έγκλημα.[1]

Ήμουν στο πρώτο έτος τότε. Από κείνο τον καιρό ήδη, προσπαθούσα να καταλάβω πράγματα που ακόμα με δυσκολεύουν. Προσπαθούσα να καταλάβω πώς είναι δυνατό να θεωρείται γενική συνέλευση χωρίς ημερήσια διάταξη. Πώς μπορεί, αντί να εγγράφονται θέματα, να εγγράφονται ομιλητές, που να μπορούν να μιλήσουν για οτιδήποτε. Πώς γίνεται, αντί να πραγματοποιείται χωριστή ψηφοφορία για κάθε θέμα, να είσαι υποχρεωμένος να ψηφίσεις αυτό που θέλεις μαζί με μύρια άλλα πράγματα που δεν θέλεις. Πώς μπορούν να αναφέρονται οι συνδικαλιστές με στόμφο στο «καταστατικό» που δεν υπήρξε ποτέ (δεν ξέρω αν το πρόλαβες αυτό). Μα εκείνο που δυσκολευόμουν πιο πολύ να καταλάβω ήταν εκείνο που τα προκαλούσε όλα αυτά – το ότι οι κομματικές παρατάξεις είχαν οπαδούς που τις υποστήριζαν σαν να ήταν ποδοσφαιρικές ομάδες. Δεν είχε σημασία τι έλεγαν ή τι γραμμή έδιναν. Οι οπαδοί τους τις υποστήριζαν.

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Είδα τις κυβερνήσεις συνεργασίας να διαδέχονται η μια την άλλη και να καταρρέουν. Είδα τα ιδιωτικά κανάλια ν” αναλαμβάνουν δράση το ένα μετά το άλλο. Είδα, από την τηλεόραση του CNN, τον Πόλεμο του Κόλπου. Είδα την κατάρρευση του καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης. Είδα αρκετές φορές τα αστικά λεωφορεία να αλλάζουν ιδιοκτήτες. Είδα την Πρυτανεία να καίγεται. Κι όσο περνούσαν τα φοιτητικά μου χρόνια, όσο γίνονταν συνελεύσεις φοιτητών και εκλογές, το ερώτημά μου για τους οπαδούς γινόταν ολοένα πιο έντονο. Το όραμά μου ήταν να μάθει ο κόσμος να σκέπτεται. Να εξαντλήσει τη νοοτροπία του όχλου μέσα στα γήπεδα.

Ο Εγκέλαδος δεν μεταβιβάζει γραμμή στους ψηφοφόρους του, κι έτσι δεν μπορεί να σας απαλλάξει από το να σκέπτεστε.[2]

Δεν ήμουν ο μόνος που είχε τέτοιο όραμα. Πολλοί φοιτητές, μα και πολλοί Έλληνες γενικά, σκέπτονταν το ίδιο πράγμα. Οι φοιτητές ασπάζονταν αυτά που εγώ έγραφα στα έντυπα του Εγκέλαδου. Μπορεί το κύριο μέρος του Εγκέλαδου να ήταν από την αριστερά, αλλά το γεγονός ότι είχε συγκρατήσει αυτή την αριστερά με ελάχιστες διαρροές, το ότι είχε προσελκύσει ψηφοφόρους απ” όλους τους χώρους, φτάνοντας τελικά σε ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό ψήφων, και, πιο πολύ, το ότι μας είχε κάνει όλους υπερήφανους που ήμασταν μέλη του, οφειλόταν ακριβώς στη σκέψη, που αποδείκνυε ότι ήμασταν διαφορετικοί από τους άλλους, γιατί αληθινά ενδιαφερόμασταν για το καλό. Και εκείνο που πιστοποιούσε τη διαφορά του Εγκέλαδου από τους άλλους ήταν ότι ενθαρρύναμε το διάλογο και τη διαφωνία, ακόμα και μεταξύ μας.

Ο Εγκέλαδος και η επιτυχία του φανερώνουν ότι είναι τάση των καιρών να σταματήσουμε να προσκολλώμαστε σε κόμματα, και να απαιτούμε ελευθερία στη σκέψη μας και σεβασμό στην προσωπικότητά μας.[3]

Δεν είχα κάνει λάθος όταν παρατήρησα πως η σκέψη ήταν τάση των καιρών. Κάτι άλλαζε. Είδα, αργότερα, τον Ανδρέα Παπανδρέου να σφραγίζει κι εκείνος, με το θάνατό του, αυτή την αλλαγή. Είδα τον ελληνικό λαό να εμπιστεύεται το ΠΑΣΟΚ στο Σημίτη αντί στον Τσοχατζόπουλο ή στον Αρσένη, και τη χώρα στο Σημίτη αντί στον Έβερτ. Είδα τον ίδιο λαό να προσπαθεί να δώσει αντίστοιχη πνοή στη Νέα Δημοκρατία. Και κατάλαβα ότι ο λαός βλέπει, παρατηρεί, θυμάται, κρίνει. Κατάλαβα ότι ο λαός σκέπτεται.

Ακόμα βέβαια ο λαός έχει δρόμο μπροστά του. Ακόμα η Νέα Δημοκρατία δεν κατάφερε να εκσυγχρονιστεί. Εξακολουθούν να εκφράζονται, σε όλα τα κόμματα, ανοησίες παλαιών αντιλήψεων. Οι φοιτητές εξακολουθούν να κάνουν συνελεύσεις του ίδιου τύπου, και να αποφασίζουν καταλήψεις. Οι αγρότες, τουλάχιστον άπαξ ετησίως, κλείνουν το μεταφορικό δίκτυο της χώρας. Όμως υπάρχει διαφορά. Η χώρα έχει στόχο, και σχέδιο που να την οδηγεί σ” αυτό το στόχο. Λειτουργεί, προχωράει με συγκεκριμένα βήματα προς τα εμπρός, και οι όποιες διαταραχές σ” αυτά τα βήματα είναι φυσιολογικές. Πριν δέκα χρόνια, ολόκληρη η τελματώδης κατάσταση της χώρας ήταν μια μεγάλη διαταραχή.

Μέσα σ” αυτό το νέο κλίμα προόδου, άκουσα ότι η κυβέρνηση καταθέτει νομοσχέδιο για την παιδεία, και ότι οι φοιτητές απάντησαν με «καταλήψεις». Θυμήθηκα λοιπόν τον πολύπαθο νόμο της χώρας μας σχετικά με την ανώτατη παιδεία. Το νόμο που, το 1990, είχα βαρεθεί τον καθένα που έλεγε τη δικιά του μπούρδα, και τον είχα πάρει να τον διαβάσω από πρώτο χέρι.

Για την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, αναγνωρίζεται το Πανεπιστημιακό Άσυλο.

Το Πανεπιστημιακό Άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους των ΑΕΙ και συνίσταται στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς χωρίς την πρόσκληση ή άδεια του αρμόδιου οργάνου του ΑΕΙ.[4]

Δεν γνωρίζω, αγαπητέ Αλέξη, τι προβλέπει το νέο νομοσχέδιο. Ούτε ξέρω πού ακριβώς βρίσκονται οι διαφωνίες σας. Και μάλιστα ελάχιστα ενδιαφέρομαι να μάθω. Ξέρω ότι στις περισσότερες προσπάθειες βελτίωσης ή ανανέωσης του νόμου, από το 1982 ως σήμερα, πραγματοποιήθηκε «κατάληψη». Και αναρωτιέμαι αν σκέφτηκαν οι φοιτητές ορισμένα απλά πράγματα:

  • Οι φοιτητές του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών αποφάσισαν, άκουσα, «κατάληψη», με «πλειοψηφία» 200 ψήφων. Τι είδους πλειοψηφία είναι οι 200 ψήφοι, όταν το Τμήμα έχει περισσότερους από 1000 ενεργούς φοιτητές;
  • Το ότι απαγορεύεται η επέμβαση δημόσιας δύναμης στο ΑΕΙ δεν σημαίνει ούτε ότι οι νόμοι του Κράτους δεν ισχύουν στο ΑΕΙ, ούτε ότι το ΑΕΙ είναι ιδιοκτησία των φοιτητών. Το ΑΕΙ ανήκει σε όλους, και ο πρωταρχικός του σκοπός είναι να εξυπηρετεί τους φοιτητές. Η κατάληψη είναι παράνομη ενέργεια. Ακόμα λοιπόν κι αν είχαν ψηφίσει 1000 φοιτητές υπέρ, η απόφαση για κατάληψη δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη.
  • Η κατάληψη είναι ακραία μορφή αγώνα, και ως τέτοια είναι χρήσιμη μόνο σε ακραίες περιπτώσεις. Η κατάληψη του 1974 ήταν σύμφωνη με αυτή την αρχή, και μάλιστα, με το πνεύμα του Συντάγματος, ήταν νόμιμη. Το Σύνταγμα τότε δεν προέβλεπε ακόμα το δικαίωμα της δια παντός μέσου αντίστασης, αλλά έγραφε ήδη ότι η τήρησή του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Δεν γνωρίζω κάποια κατάληψη μετά το 1974 που να μπορούσε να στηριχτεί, με κάποια λογική, ως ακραία μορφή αγώνα.
  • Η συγκεκριμένη «κατάληψη» ελάχιστα στηρίζεται από τους φοιτητές. Πολλοί από τους οπαδούς της ΔΑΠ και της ΠΑΣΠ, που έχουν επισήμως γραμμή εναντίον της «κατάληψης», βοηθούν να αποφασιστεί «κατάληψη», για να χάσουν μάθημα. Είναι άλλη μια από τις περιπτώσεις που δυσκολεύτηκα να καταλάβω, όσο σπούδαζα. Η παρακολούθηση είναι ελεύθερη. Αν κάποιος θέλει να μην παρακολουθήσει, ας μην παρακολουθήσει. Τι κερδίζει αν εμποδίζει και τους άλλους; Ψυχολογική υποστήριξη; Γνωρίζω βέβαια, από εμπειρία, ότι οι ίδιοι άνθρωποι που γίνονται τώρα αιτία να χαθούν μαθήματα, όταν το Τμήμα θα θέλει να βγάλει απόφαση πως θα χαθεί το εξάμηνο θα διαμαρτύρονται με αντίστοιχους τρόπους.

    Αν για οποιοδήποτε λόγο ο αριθμός των ωρών διδασκαλίας που πραγματοποιήθηκαν σε ένα μάθημα είναι μικρότερος από τα 4/5 του προβλεπόμενου στο πρόγραμμα για τις εργάσιμες μέρες του αντίστοιχου εξαμήνου, το αντίστοιχο μάθημα θεωρείται ότι δεν διδάχθηκε.[5]

  • Θα έχεις καταλάβει, βέβαια, γιατί βάζω τη λέξη κατάληψη εντός εισαγωγικών. Γιατί είναι η πρώτη φορά που βλέπω κατάληψη χωρίς καταληψίες. Μόνο μια μέρα ήρθαν στο κτίριο, καμιά δεκαπενταριά άτομα, και παρακαλούσαν να τους δώσουμε αίθουσα για να την καταλάβουν.

Αναρωτιέμαι, ακόμα, και το εξής: αφού η «κατάληψη» είναι παράνομη ενέργεια, και αφού, ευτυχώς, δεν υπάρχουν καταληψίες για να την επιβάλουν με τη βία, γιατί οι υπόλοιποι φοιτητές δεν προσέρχονται στο μάθημά τους; Εγώ σ” αυτή την περίπτωση θα πήγαινα κανονικά και θα ζητούσα από το διδάσκοντα, ακόμα κι αν ήμουν μόνος μου, να μου κάνει το μάθημα. Νομίζω πως κακώς δεν το έχουν σκεφτεί.

Όλα αυτά, αγαπητέ Αλέξη, τα αναφέρω για να σου δείξω πόσο γελοία φαίνεται αυτή η «κατάληψη», αλλά και πόσο οπισθοδρομική είναι ως μορφή αγώνα. Η κυβέρνηση πρότεινε κάτι. Αν έχετε διαφωνίες, καλώς τις έχετε. Αντισταθείτε. Κάντε πορεία. Ενημερώστε. Χρησιμοποιήστε επιχειρήματα. Μοιράστε έντυπα, με τεκμηριωμένη την άποψή σας. Η «κατάληψη» δεν σας βοηθά σε τίποτε. Αντίθετα, μάλιστα, αν πηγαίνατε κανονικά στο μάθημά σας, πολύ περισσότερη σημασία θα σας έδιναν. Γιατί τότε θα καταλάβαιναν όλοι ότι σκέπτεστε. Ενώ τώρα, εκείνο που νομίζουν οι περισσότεροι, μεταξύ αυτών κι εγώ, είναι πως ορισμένοι δαπίτες, πασπίτες και άλλοι φοιτητές που θέλουν να χάσουν μάθημα αφήνουν να κάνουν κουμάντο ορισμένοι αριστεριστές που κάνουν αγώνα για τον αγώνα. Και αν μεν αυτοί που το νομίζουμε αυτό έχουμε δίκιο, έχει καλώς. Είναι από τα φαινόμενα που σιγά-σιγά θα εκλείψουν. Αλλά όμως μπορεί να έχουμε και άδικο. Μπορεί να μην είναι έτσι. Μπορεί ο αγώνας σας να είναι δίκαιος, και να φαίνεται όπως φαίνεται εξαιτίας των κακών μεθόδων σας. Θα ήταν κρίμα αν ήταν έτσι.

Φιλικά,

Αντώνης

Αναφορές:

  1. Time International, Time-Life International, Amsterdam, 13 March 1989, σελ. 6.
  2. Απόσπασμα από το κεντρικό προεκλογικό έντυπο του Εγκέλαδου, Απρίλιος 1994.
  3. Απόσπασμα από ανακοίνωση του Εγκέλαδου την επομένη των φοιτητικών εκλογών, Απρίλιος 1994.
  4. Νόμος 1268/1982, άρθρο 2, παρ. 4-5, ΦΕΚ Α87, 16 Ιουλίου 1982. Ο νόμος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί, όπως νομίζεται από μερικούς. Έχει τροποποιηθεί με μεταγενέστερους νόμους. Οι σχετικές με το Άσυλο διατάξεις δεν έχουν υποστεί τροποποίηση.
  5. Νόμος 1268/1982, άρθρο 25, παρ. 5, ΦΕΚ Α87, 16 Ιουλίου 1982, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 2083/1992, άρθρο 9, παρ. 9, ΦΕΚ Α159, 21 Σεπτεμβρίου 1992. Πριν την τροποποίηση το όριο 4/5 ήταν 2/3.

«Κατάλυση» και «άρση» του ασύλου

Προς τον κ. Σίμο Ε. Σιμόπουλο
Πρύτανη
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

9 Δεκεμβρίου 2010 [αριθμ. πρωτοκόλλου 38285, 17/12/2010]

«Κατάλυση» και «άρση» του ασύλου

Αξιότιμε κ. Πρύτανη,

στις 15 Οκτωβρίου 2010, στην 9η συνεδρίασή της για το 2010, η Σύγκλητος του ΕΜΠ έλαβε την απόφαση να βρίσκεται σε συνεχή συνεδρίαση από τις 15 ως τις 18 Νοεμβρίου 2010, ώστε να ζητήσει, αν χρειαστεί, την επέμβαση της δημόσιας δύναμης. Ο τρόπος με τον οποίο διατύπωσε την απόφαση στο πρακτικό της συνεδρίασης (Θέμα 3, απόφαση (δ)) είναι «έγκαιρη απόφαση της Συγκλήτου για την κατάλυση και άρση του Πανεπιστημιακού Ασύλου». Η Σύγκλητος φαίνεται να χρησιμοποιεί τον όρο «κατάλυση του ασύλου» για την παραβίαση των χώρων του ΑΕΙ, και τον όρο «άρση του ασύλου» για την πρόσκληση της δημόσιας δύναμης.

Όμως η παραβίαση των χώρων του πανεπιστημίου δεν είναι κατάλυση του ασύλου. Άσυλο σημαίνει ότι απαγορεύεται να επέμβει η δημόσια δύναμη απρόσκλητη. Ο μόνος τρόπος να καταλυθεί το άσυλο είναι να επέμβει η δημόσια δύναμη απρόσκλητη. Η παραβίαση των χώρων του πανεπιστημίου από έναν τρίτο μπορεί να αποτελεί κατάλυση των ακαδημαϊκών ελευθεριών (η προστασία των οποίων είναι ο στόχος του ασύλου), αλλά δεν αποτελεί κατάλυση του ασύλου.

Παρόμοιο πρόβλημα υπάρχει στην «άρση» του ασύλου. Αν ένας πολίτης ζητήσει από έναν αστυνομικό να εισέλθει στο σπίτι του, και ο αστυνομικός το κάνει, τότε το οικιακό άσυλο δεν αίρεται· το οικιακό άσυλο παραβιάζεται αν ο αστυνομικός εισέλθει στο σπίτι του πολίτη απρόσκλητος. Αντίστοιχα, σύμφωνα με την παλιά διάταξη του Ν. 1268/1982 (άρθρο 2, παρ. 5), το πανεπιστημιακό άσυλο «συνίσταται στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης … χωρίς την πρόσκληση ή άδεια του αρμόδιου οργάνου του Α.Ε.Ι.». Ο πιο πρόσφατος Ν. 3549/2007 αφήνει να εννοηθεί το ίδιο (άρθρο 3, παρ. 4). Πανεπιστημιακό άσυλο δεν σημαίνει λοιπόν ότι η αστυνομία δεν μπαίνει στο πανεπιστήμιο, αλλά ότι το πανεπιστήμιο, και όχι το κράτος, αποφασίζει το πότε η αστυνομία θα μπει. Το αρμόδιο όργανο του ΑΕΙ δεν έχει την αρμοδιότητα να άρει το άσυλο, παρά μόνο να προσκαλέσει ή να δώσει άδεια επέμβασης στη δημόσια δύναμη.

Ενώ φαινομενικά πρόκειται για έλασσον θέμα ορολογίας, εντούτοις η διατύπωση έχει τεράστια σημασία. Δημιουργεί την εντύπωση ότι το άσυλο είναι πηγή προβλημάτων τα οποία μπορούν να λυθούν αν το άρουμε, και προσβάλλει αδικαιολόγητα το αίσθημα όσων νιώθουν ότι το άσυλο είναι ιερό, αφού μιλά για ηθελημένη άρση του από τη Σύγκλητο. Το βασικότερο είναι ότι βοηθά στη διαιώνιση της εσφαλμένης αντίληψης ότι το άσυλο είναι αιτία της ασυδοσίας που ενίοτε εμφανίζεται εντός των χώρων των πανεπιστημίων, και πως επομένως η κατάργηση (προσωρινή ή μόνιμη) του ασύλου θα είναι λύση γι” αυτή την ασυδοσία. Είναι θλιβερό και επικίνδυνο, εν όψει και των επερχόμενων αλλαγών στη σχετική νομοθεσία, το ΕΜΠ, δεδομένης όχι μόνο της επιφανούς θέσης του στην ανώτατη παιδεία, αλλά και του ρόλου του στα γεγονότα του 1973, να αντιμετωπίζει, μέσω της Συγκλήτου του, το άσυλο σαν πρόβλημα που ενδέχεται να χρειαστεί να άρει, έστω και προσωρινά, αντί σαν σύμβολο της ελευθερίας στην επιστημονική αναζήτηση και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, το οποίο πρέπει να υπερασπίσει.

Με εκτίμηση

Αντώνης Χριστοφίδης, Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, ΙΔΑΧ ΤΥΠΠΕΡ*
Γιάννης Μαρκόνης, Μηχανικός Περιβάλλοντος ΠΚ, Υπ. διδάκτορας ΤΥΠΠΕΡ*
Χρήστος Τύραλης, Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, Υπ. διδάκτορας ΤΥΠΠΕΡ*

*Τομέας Υδατικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Σχολή Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ

Η επιστολή αυτή είναι ανοιχτή (την έχουμε δημοσιεύσει στη θέση http://katalipsi.org/katalysi-kai-arsi-toy-asyloy/). Παρακαλούμε ενημερώστε μας αν επιθυμείτε τη δημοσίευση στην ίδια θέση της τυχόν απάντησής σας.


26 Δεκεμβρίου 2010: Ο κ. Σιμόπουλος απάντησε με email, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει πως θα ανακοινώσει την επιστολή μας στη συνεδρίαση της Συγκλήτου της 21ης Ιανουαρίου 2011, με πρόθεση να παραπεμφθεί στην Επιτροπή Θεσμών και Στρατηγικής, όπου θα προτείνει να προσκληθούμε για να αναπτύξουμε εκτενώς τις απόψεις μας.

Καταλήψεις και κοινωνική συναίνεση

Αντώνη, είμαι μαθητής λυκείου και στο σχολείο μου έγινε κατάληψη. Διαμαρτυρήθηκα και στους καταληψίες συμμαθητές μου, που με αγνόησαν και με κατηγόρησαν, και στον διευθυντή, στον οποίο πήγα με μερικούς άλλους συμμαθητές μου, και ο οποίος είπε να τα βρούμε μεταξύ μας. Μπορώ να κάνω κάτι άλλο; Αντρέας


Γεια σου Αντρέα,

Η γνώμη μου είναι ότι θεωρητικά, και στο σχολείο, όπως και στο πανεπιστήμιο, είναι δουλειά του σχολείου να προστατεύει τους μαθητές από καταληψίες και όχι των μαθητών να αυτοπροστατεύονται. Στην πράξη, τα πράγματα είναι βέβαια, όπως διαπιστώνεις, διαφορετικά. Ο διευθυντής σας είπε να το ξεκαθαρίσετε μεταξύ σας. Αν και διαφωνώ με την απάντηση του διευθυντή, πιθανολογώ ότι αν ήμουν εγώ διευθυντής το πρακτικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν πολύ διαφορετικό. Δηλαδή δεν νομίζω να αποποιούμουν τις ευθύνες μου και τόσο βολικά να τις φόρτωνα στους μαθητές, αλλά η απάντησή μου πιθανότατα θα ήταν ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι. Εικάζω επίσης ότι μπορεί να προσπαθούσα να δημιουργήσω ένα κίνημα μέσα στους καθηγητές και τους συλλόγους καθηγητών ώστε μακροχρόνια να μπορέσει το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δεν θα είχα λύση να σου δώσω για τώρα, που είναι αυτό που ενδιαφέρει εσένα.

Νιώθω ότι νιώθεις αγανάκτηση, και ότι κάπου αρνείσαι να δεχτείς ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό που είναι σωστό και δίκαιο. Εδώ μάλλον θα σε απογοητεύσω: πιστεύω ότι μάλλον δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο από το να αποδεχτείς ότι σ᾽ αυτή την περίπτωση τα δικαιώματά σου θα συνεχίσουν να καταπατούνται. Ταυτόχρονα, αυτό που έκανες πιστεύω ότι ήταν το σωστό. Σε ενθαρρύνω να συνεχίσεις μεν να αγωνίζεσαι, αλλά ταυτόχρονα να αποδεχτείς την πραγματικότητα, την οποία θα συνεχίσεις να ζεις για λίγο καιρό αν μπεις στο πανεπιστήμιο.

Αντώνης Χριστοφίδης


Γεια σου Αντρέα,

Πριν απ” όλα σε κατανοώ και εκτιμώ την «αντίστασή» σου: η κατάληψη δημόσιας υπηρεσίας είναι παράνομη και το δικαίωμα κάθε νέου στην παιδεία είναι ιερό και κατοχυρωμένο. Mια παράβαση του νόμου δικαιολογείται μόνο όταν είναι σύμφωνη προς έναν ανώτερο «νόμο», την ηθική τάξη, στην οποία υπάγεται και η πολιτική ζωή. Eδώ λοιπόν είναι το μεγάλο ζήτημα: ο καθένας στη δημοκρατία είναι ελεύθερος να κρίνει τη διακυβέρνηση, οπότε όταν κάποιοι φτάνουν στο ακραίο σημείο να θεωρούν και να διακηρύσσουν ότι το πολίτευμά μας είναι μόνο κατ” όνομα δημοκρατία ενώ στην ουσία κάτι άλλο (π.χ. φασισμός ή πλουτοκρατία), από αυτή την πεποίθησή τους (αν είναι ειλικρινείς) αντλούν το ηθικό δικαίωμα να παραβούν το νόμο.

Δυστυχώς στην κοινωνία μας δεν δημιουργούνται πλατιές συμφωνίες όλων των πολιτικών δυνάμεων σε βασικά στοιχεία, το λεγόμενο consensus, οι οποίες πρέπει συνεχώς να γίνονται αντικείμενο ζυμώσεων και κατά διαστήματα να ανανεώνονται. Δεν υπάρχει τέτοια πολιτική κουλτούρα επειδή δεν υπάρχει πολιτική και κοινωνική συνοχή. Γιατί; Επειδή ανέκαθεν η εκάστοτε πολιτική εξουσία διαπλέκεται υπερβολικά έντονα, πιθανώς πιο πολύ από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, με ισχυρά ατομικά ή ομαδικά συμφέροντα που είναι διαφορετικά από το γενικό συμφέρον. Έτσι κυριαρχεί η καχυποψία και οι αντιθέσεις αντί για τις συνθέσεις, άρα ο κομματισμός, ο κατακερματισμός.

Σε αυτό το πλαίσιο ο διευθυντής σου και κάθε διευθυντής, όπως κι ο αστυνομικός διευθυντής, όπως κι ο εισαγγελέας, όπως κι ο Υπουργός Παιδείας, όπως κι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, νιώθουν ηθικά και πολιτικά απομονωμένοι. Δεν έχουν μια ευρεία κοινωνική συναίνεση να τους στηρίζει, να τους καλύπτει ηθικά. Φοβούνται ότι, αν τηρήσουν τον νόμο και απαγορεύσουν την κατάληψη του τάδε σχολείου επειδή είναι παράνομη, θα εμφανιστούν να επιβεβαιώνουν τις κατηγορίες ότι αποτελούν αντιδημοκρατική διοίκηση. Κι ας είναι σε όλους γνωστό πως το «δικαίωμα» της κατάληψης αυτή τη στιγμή ασκείται σε συνθήκες δημοκρατίας (έστω με προβλήματα και ελλείψεις), με αποτέλεσμα αυτό το δικαίωμα να εκφυλίζεται, να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από κομματικούς στρατούς ή από ευκαιριακούς «επαναστάτες» που θέλουν απλώς να γλιτώσουν μάθημα ή να γίνουν κι αυτοί σε κάτι, οτιδήποτε, πρωταγωνιστές.

Θα κατάλαβες ίσως ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι αυτό που αποκαλύπτεται στις ρίζες του προβλήματος των καταλήψεων: η ίδια η δημοκρατία μας δεν έχει την ποιότητα και την ευρεία αποδοχή που θα έπρεπε από την κοινωνία μας, και οι πολιτικές δυνάμεις αντί να την ενισχύσουν όλες από κοινού, καταρρακώνουν ακόμη περισσότερο το κύρος κάθε θεσμού, ανταγωνιζόμενες η μια την άλλη για λίγο περισσότερη επιρροή. Ενθαρρύνοντας οι αντιπολιτευόμενοι την ανυπακοή των νέων στους νόμους και στην εκάστοτε κυβέρνηση ουσιαστικά αυθαιρετούν: προτιμούν να διαλυθεί το σύστημα στο όνομα της δημοκρατίας, παραβλέποντας ότι η πλειοψηφία το στηρίζει. Από την άλλη πλευρά οι κυβερνώντες αυθαιρετούν αντίστοιχα όταν δεν εφαρμόζουν το νόμο, ουσιαστικά σαν να παραδέχονται ότι αν το έκαναν θα ήταν αυταρχικοί, δηλαδή ότι δεν υφίσταται δημοκρατία.

Κουράγιο και ψυχραιμία, Αντρέα. Προτείνω να δείξεις νηφαλιότητα και προσαρμοστικότητα, χωρίς βίαιες συγκρούσεις που ρίχνουν νερό στο μύλο των αντιδραστικών. Έτσι κι αλλιώς, στη μαθητική (με το καλό και στη φοιτητική) ζωή σου θα μετρήσει η ποιότητα και η ποσότητα της δουλειάς που θα κάνεις εσύ ο ίδιος. Τα ιδρύματα μπορούν μόνο να σου δείχνουν ένα δρόμο, τον οποίο εσύ θα ανοίξεις και θα εξερευνήσεις. Ξεκίνα μόνος, όπως όλοι όσοι φτάσαν κάπου. Μην ξεχνάς τη ρήση του Σεφέρη: «σε αυτό τον τόπο είμαστε κάποτε τραγικά αυτοδίδακτοι».

Καλή πρόοδο και καλή τύχη.

Σταμάτης Αυλωνίτης

Αίτημα προς τα πανεπιστήμια

Ως τον Ιούνιο του 2012 αυτό το web site στεγαζόταν στο wikidot.com, αλλά μετά το μετέφερα στο wordpress.com, που όμως δεν φαίνεται να έχει την κατάλληλη λειτουργία για petition· από την άλλη, αυτά τα πέντε χρόνια μαζεύτηκαν μόνο 61 υπογραφές, και έκρινα πως δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσω να δώσω κάποια άλλη λύση. Έτσι το petition διακόπτεται.

Παρόλα αυτά, μπορείτε να υποβάλλετε σχόλιο σ” αυτή τη σελίδα. Η υποβολή σχολίου δεν συνεπάγεται ότι προσυπογράφετε το αίτημα, σημαίνει όμως ότι βλέπετε θετικά τα όσα γράφω στις σελίδες Το άσυλο, Οι φοιτητικοί σύλλογοι, Η ουσία των καταλήψεων, και Συμπεράσματα-προτάσεις. Αν έχετε αρνητικά σχόλια κάντε τα στη σχετική σελίδα, σ” αυτήν εδώ επιτρέπονται μόνο θετικά, και τυχόν αρνητικά θα τα διαγράψω.

Για την ιστορία, το αίτημα ήταν το εξής:

Θεωρώ ότι το πανεπιστημιακό άσυλο υπάρχει για να διασφαλίζει την ακαδημαϊκή ελευθερία, την ελεύθερη επιστημονική αναζήτηση, και την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.

Δεν αναγνωρίζω σε κανένα το δικαίωμα να παρεμποδίζει τη λειτουργία του πανεπιστημίου, πλήττοντας έτσι αυτές τις ελευθερίες.

Ζητώ από τις πανεπιστημιακές αρχές, το διδακτικό προσωπικό, το διοικητικό προσωπικό, και κάθε άλλο αρμόδιο, να προστατέψουν το πανεπιστήμιο από κάθε προσπάθεια παρεμπόδισης της λειτουργίας του.

Συμπεράσματα και προτάσεις

Μορφές αγώνα πλην των «καταλήψεων» υπάρχουν πολλές. Μία είναι οι πορείες, αλλά υπάρχουν κι άλλες, και θα πάρετε μια ιδέα διαβάζοντας το κεφάλαιο Ποιοι είμαστε. Αυτό όμως το site έχει θέμα του τις καταλήψεις, και εδώ μάς ενδιαφέρει κυρίως το πώς θα σταματήσουν να γίνονται.

Καταρχήν πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος φταίει γι” αυτό που συμβαίνει. Συχνά οι εργαζόμενοι στο πανεπιστήμιο εκνευρίζονται με τους καταληψίες και τις παράλογες αξιώσεις τους, ενώ και οι φοιτητές που θέλουν να κάνουν μάθημα αγανακτούν με τις αντιδημοκρατικές πρακτικές τους.

Ας υποθέσουμε όμως ότι μπαίνω σ” ένα λεωφορείο και λέω στον οδηγό: «γεια σας, είμαι από το σύλλογο για την αγάπη και την αλληλεγγύη· σήμερα κάναμε συνέλευση και αποφασίσαμε ότι δεν θα λειτουργήσουν τα λεωφορεία, λοιπόν βγάλτε τον κόσμο έξω και επιστρέψτε στο αμαξοστάσιο.» Αν κάνω κάτι τέτοιο, το πιθανότερο είναι τόσο ο οδηγός όσο και οι επιβάτες να με θεωρήσουν τρελό, να χαμογελάσουν και να με πάρουν στο ψιλό. Αν εντούτοις ο οδηγός πει εντάξει, τα μαζέψει και φύγει, τότε ποιος θα φταίει, εγώ ή ο οδηγός; Και με ποιον θα αγανακτήσουν οι επιβάτες;

Ακριβώς αυτό συμβαίνει στο πανεπιστήμιο. Όταν έρχονται οι καταληψίες και μου ζητούν να φύγω, τους λέω πως είμαι υποχρεωμένος να μείνω στη θέση μου εκτός αν η προϊσταμένη μου μου πει να φύγω. Βλέποντας αυτή την αυτονόητη μεν, αλλά πρωτοφανή γι” αυτούς αντίδραση, οι καταληψίες νομίζουν ότι είμαι τρελός. Ίσως να είμαι. Ίσως όταν αντιστρέφεται το αυτονόητο, αυτός που δεν ακολουθεί το αντεστραμμένο να είναι τρελός. Αυτό όμως δεν αλλάζει το ότι το ΕΜΠ, και, υποθέτω, όλα τα άλλα πανεπιστήμια, ζουν μέσα σ” ένα μεγάλο παραλογισμό.

Πιστεύω πως οι μόνοι που μπορούν να κάνουν κάτι γι” αυτό είναι οι φοιτητές. Μαζευτείτε όσοι μπορείτε, αλλά και τρεις είναι αρκετοί, πηγαίνετε στο γραφείο του πρύτανη, και απαιτήστε του να βρει λύση. Το πανεπιστήμιο είναι υποχρεωμένο να διασφαλίσει το δικαίωμά σας να κάνετε μάθημα, και ο πρύτανης είναι υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο. Διεκδικήστε λοιπόν αυτό σας το δικαίωμα. Αν ο πρύτανης σάς πεί «Και τι να κάνω;», απαντήστε του: «εμείς τι να κάνουμε;» και απαιτήστε να σας απαντήσει. Θέστε του τα ερωτήματα και γραπτώς, και κοινοποιήστε τα στον τύπο. Μιλήστε και με τους καθηγητές σας, και με τον πρόεδρο της σχολής. Τουτέστιν, φέρτε τις πανεπιστημιακές αρχές ενώπιον των ευθυνών τους. Συζητήστε μεταξύ σας για περισσότερες ιδέες. Συμμαχήστε σ” αυτό το θέμα με συναδέλφους από άλλες σχολές και άλλα πανεπιστήμια.

Υπογράψτε το σχετικό αίτημα.

Αυτά από προτάσεις. Πριν όμως κλείσω το κεφάλαιο, ένα θέμα που μας καίει όλους: τι θα γίνει αν ο πρύτανης και το πανεπιστήμιο λειτουργήσουν πράγματι με βάση το νόμο και τη λογική, και αποδειχτεί ότι οι καταληψίες είναι τραμπούκοι; Θα φωνάξουμε την αστυνομία να τους διαλύσει;

Ενώ δεν ξέρω την απάντηση σ” αυτό το ερώτημα, εντούτοις πρέπει να δούμε ότι είναι πρόωρο, και δεν ωφελεί να μιλάμε με εικασίες. Όπως κάποιος εικάζει ότι μπορεί να γίνουν τραμπουκισμοί, έτσι κι εγώ εικάζω ότι είναι εύκολο να τσαμπουκαλεύεσαι όταν σε παίρνει. Άλλο να υπάρχει μόνο ένας αντιρρησίας τρελός σ’ένα κτίριο, κι άλλο σύσσωμο το πανεπιστήμιο να αναρωτιέται από πού κι ως πού κάποιοι αναρμόδιοι έχουν αξίωση τη διακοπή της λειτουργίας του. Είμαι πεπεισμένος πως οι φοιτητές και οι πανεπιστημιακοί που θα αντιταχθούν στις καταλήψεις μεγαλύτερες δυσκολίες θα αντιμετωπίσουν με το υπόλοιπο σύστημα παρά με τους καταληψίες.

Ταυτόχρονα, πρέπει κάποτε να σταματήσουμε να θεωρούμε τόσο μεγάλο ταμπού την επέμβαση της δημόσιας δύναμης, όταν γίνεται σύμφωνα με το νόμο και τις διαδικασίες και με σκοπό την προστασία του ασύλου. Η κοινωνία στην οποία ζούμε δεν είναι τέλεια, και καθημερινά γίνονται στο πανεπιστήμιο κλοπές, βανδαλισμοί, διατάραξη κοινής ησυχίας κ.ά., από εξωπανεπιστημιακά κυρίως στοιχεία. Όσο για τα ενδοπανεπιστημιακά, θα γέμιζα πολλές σελίδες για να περιγράψω το μέγεθος και την έκταση της διαφθοράς που επικρατεί εδώ, αν ήθελα να ξεφύγω από το θέμα αυτού του ιστότοπου, που είναι οι καταλήψεις.

Επομένως, ναι, κάποτε θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε και κάποιο μηχανισμό επιβολής της τάξης, είτε την αστυνομία, είτε εκπαιδευμένο προσωπικό φύλαξης. Δυστυχώς, με τις αυξανόμενες καταστροφές, αρχίζει σιγά-σιγά να δημιουργείται η αντίληψη στον κόσμο ότι το άσυλο (και όχι η ανυπαρξία υπεράσπισης του ασύλου) είναι που δημιουργεί τα προβλήματα και την ασυδοσία, με αποτέλεσμα να αρχίζει το άσυλο να κινδυνεύει με κατάργηση.

Οι λύσεις υπάρχουν, και είναι υπεκφυγή να ισχυριζόμαστε ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε επειδή στην τάδε υποεκδοχή της δείνα εκδοχής της μελλοντικής εξέλιξης των πραγμάτων μπορεί να αντιμετωπίσουμε την έτσι-κι-έτσι δυσκολία.

Επόμενο: Υπογράψτε το αίτημα

Η ουσία των καταλήψεων

Ας αγνοήσουμε για λίγο το θέμα του αν επιτρέπεται σε κάποιους φοιτητές να διακόπτουν το έργο του πανεπιστημίου, και ας δούμε τι καταφέρνουν με αυτή τη μορφή αγώνα.

Επειδή δεν γνωρίζω καμιά σοβαρή κατάληψη πέραν αυτής του 1973, θα χρησιμοποιήσω αναγκαστικά εκείνη ως παράδειγμα, παρόλο που οι συνθήκες εκείνης της εποχής ήταν πολύ διαφορετικές από τις τωρινές, και παρόλο που η εικόνα που έχουμε για το τι έγινε παίζει ανάμεσα στην αλήθεια και το μύθο. Πάντως δεν αποφάσισαν οι αγωνιζόμενοι «τι θα κάνουμε για να πετύχουμε το σκοπό μας; Ας κάνουμε κατάληψη!». Την κατάληψη την έκαναν βοηθητικά· για να φροντίζουν το ραδιοφωνικό σταθμό τους, με τη βοήθεια του οποίου η πόλη μάθαινε τι συνέβαινε, και ευαισθητοποιείτο στα αιτήματά τους, και επιπλέον γιατί μπορούσαν να είναι συγκεντρωμένοι, να συζητάνε και να διαμαρτύρονται, χωρίς να τους διαλύσει η αστυνομία, αφού τους προστάτευε το άσυλο.

Σήμερα, παρόλο που δεν υπάρχει πρόβλημα με την αστυνομία, οι χώροι του πανεπιστημίου εξακολουθούν να είναι ιδανικοί για να συγκεντρώνονται οι φοιτητές. Όμως, το να παρεμποδίζουν τη λειτουργία του πανεπιστημίου δεν εξυπηρετεί καμιά άλλη σκοπιμότητα. Αντίθετα, το να παραλύει το πανεπιστήμιο είναι αυτό ακριβώς που πλήττει την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Ένα ζωντανό πανεπιστήμιο, γεμάτο φοιτητές, που στα διαλείμματα συζητούν μεταξύ τους για τα προβλήματα, και όπου οι υπηρεσίες δουλεύουν και φροντίζουν για την καλή λειτουργία του email, των web forums, κλπ., βοηθά πολύ περισσότερο από την πίεση που δήθεν ασκείται σε φοιτητές και πανεπιστήμιο από τη διακοπή της λειτουργίας του.

Επόμενο: Συμπεράσματα και προτάσεις

Οι φοιτητικοί σύλλογοι

Όταν ένας «φοιτητικός σύλλογος» αποφασίζει διακοπή του εκπαιδευτικού ή ερευνητικού έργου, ή τη με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της λειτουργίας του πανεπιστημίου, υπάρχουν δύο προβλήματα:

  1. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων του συλλόγου δεν έχει καμιά απολύτως υπόσταση, νομική ή ουσιαστική.
  2. Ακόμα κι αν η διαδικασία είχε υπόσταση, και πάλι η απόφαση δεν θα ήταν έγκυρη, αφού ούτε νόμιμη είναι ούτε ηθική βάση έχει.

Ας τα δούμε ένα-ένα.

Η υπόσταση των συλλόγων

Ένας σύλλογος είναι νομικό πρόσωπο, και για να μπορεί να υφίσταται πρέπει να έχει καταστατικό που να έχει κατατεθεί στο πρωτοδικείο. Οι περισσότεροι φοιτητικοί «σύλλογοι» δεν έχουν καταστατικό, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.

Ένας σύλλογος που έχει καταστατικό, αλλά δεν το τηρεί, δεν λαμβάνει έγκυρες αποφάσεις. Για παράδειγμα, αν συγκληθεί έκτακτη γενική συνέλευση χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναγράφονται στο καταστατικό, και χωρίς να ειδοποιηθούν τα μέλη με τον τρόπο που προβλέπεται από το καταστατικό, τότε η συνέλευση δεν είναι έγκυρη και οι αποφάσεις που λαμβάνονται σ” αυτήν δεν ισχύουν. Είναι προφανές πως όταν δεν υπάρχει καταστατικό τα πράγματα είναι χειρότερα.

Αυτά δεν είναι μόνο τυπικότητες, υπάρχει και ουσία. Σε κάποιους συλλόγους συμβαίνει να γίνεται συνέλευση κάθε εβδομάδα, κάθε εβδομάδα, κάθε εβδομάδα, μέχρι ο κόσμος να κουραστεί και να μην πάει και τελικά να πλειοψηφήσει η πρόταση που θέλουν κάποιοι. Ή μπορεί να μαζεύονται μερικά άτομα και να κάνουν τη συνέλευση μόνοι τους και να ορίζουν την απαρτία όπως θέλουν. Σε άλλους συλλόγους δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία για τα εκλογικά αποτελέσματα, με αποτέλεσμα άλλο να ισχυρίζεται ένας ότι είναι το ΔΣ και άλλο ο άλλος. Και ούτω καθεξής.

Η ανυπαρξία διαδικασιών και επίσημων εγγράφων που να τις πιστοποιούν σημαίνει επίσης ότι στις φοιτητικές εκλογές, ακόμα και όταν γίνονται κοσμίως, υπάρχει εξ ορισμού έλλειψη διαφάνειας. Αν πάω στη Σύγκλητο και ισχυριστώ ότι κακώς έχει μπει ο τάδε φοιτητής στη Σύγκλητο, τότε ο ισχυρισμός μου δεν μπορεί να αποδειχτεί ούτε αληθής ούτε ψευδής. Επομένως τα πανεπιστημιακά όργανα στα οποία υπάρχουν εκπρόσωποι των φοιτητών δεν μπορούν να λειτουργήσουν σωστά εφόσον δεν μπορεί να τεκμηριωθεί η εγκυρότητα της εκπροσώπησης. Αυτό είναι λάθος του νόμου. Εφόσον προβλέπονται (ορθώς) εκπρόσωποι φοιτητών σε όργανα όπως η Σύγκλητος, θα έπρεπε να φροντίζουν οι πανεπιστημιακές αρχές για τη διαφανή επιλογή των εκπροσώπων. Απλούστατα, θα έπρεπε η γραμματεία κάθε τμήματος να διεξάγει τις φοιτητικές εκλογές. Πρόκειται για διοικητικούς υπαλλήλους που εχουν τους καταλόγους των φοιτητών, μπορούν να ελέγξουν κάποιο αποδεικτικό ταυτότητας του ψηφοφόρου, μπορούν να καταμετρήσουν τις ψήφους (παρουσία εκπροσώπων των παρατάξεων), και όταν η διαδικασία περατωνόταν θα έστελναν ένα υπηρεσιακό σημείωμα στον Πρύτανη που θα έλεγε «σας πληροφορούμε ότι εκπρόσωπος φοιτητών του Τμήματος Πολ. Μηχ. στη Σύγκλητο ορίστηκε ο κ. Πολίτης Μηχανικίδης, και αναπληρωματική του η κ. Πόλυ Μήχα».

Εν πάση περιπτώσει, ξεφύγαμε ελαφρά από το θέμα. Το θέμα είναι ότι οι φοιτητικοί «σύλλογοι» δεν έχουν καταστατικό, ή δεν το τηρούν. Άρα ή δεν υπάρχουν, ή δεν λειτουργούν σωστά. Άρα οι αποφάσεις που λαμβάνουν είναι σαν να μην ελήφθησαν.

Η εγκυρότητα των αποφάσεων

Ακόμα όμως κι αν οι φοιτητικοί σύλλογοι λειτουργούσαν με καταστατικό και σύμφωνα με σωστές διαδικασίες, εφόσον δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους να αποφασίζουν αν θα λειτουργήσει ή όχι το ΑΕΙ, δεν θα ίσχυαν τυχόν σχετικές αποφάσεις τους.

Όσον αφορά τους τύπους, βλέπε το Ν. 1268/1982, άρθρο 25, παράγραφος 4, και τον ποινικό κώδικα, άρθρο 334. Η κατάληψη δημοσίων κτιρίων και η διακοπή της λειτουργίας του ΑΕΙ απαγορεύονται.

Όσον αφορά την ουσία, υπάρχουν όρια στο τι μπορεί να αποφασίσει μια πλειοψηφία — αλλιώς μιλάμε για οχλοκρατία. Αν φερ” ειπείν ζω σ” ένα χωριό και θέλω να παντρευτώ, δεν αναγνωρίζω στο χωριό το δικαίωμα να μου το απαγορεύσει, ακόμα και με 100% πλειοψηφία. Αντίστοιχα, δεν αναγνωρίζω στους συμφοιτητές μου το δικαίωμα να στερήσουν το δικό μου δικαίωμα στη μάθηση ή στην επιστημονική έρευνα.

Επόμενο: Η ουσία των καταλήψεων